Στίχοι εµβληµατικοί, άρωµα θάλασσας κι ένα µουσικό - ποιητικό έργο υπό διαρκή ανάπλαση είναι το µνηµειώδες έργο των Καββαδία - Μικρούτσικου Ο «Σταυρός του Νότου» (Νίκος Καββαδίας και Θάνος Μικρούτσικος) είναι ένας από τους είκοσι ελληνικούς δίσκους που δεν θα έπρεπε να λείπει από την ελληνική δισκοθήκη. Την πρώτη του εκδοχή, µε τις φωνές των νεαρών τότε Γιάννη Κούτρα, Αιµιλίας Σαρρή και Βασίλη Παπαπακωνσταντίνου, και εξώφυλλο του Αλέκου Φασιανού, προσφέρουν αύριο «ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο».
Ενα πραγµατικό διαµάντι στο είδος του, δεν είναι µόνο _ µαζί µε τις επόµενες δυο εκδοχές του _ από τους πιο εµπορικούς δίσκους των τελευταίων 30 ετών (πάνω από ένα εκατοµµύριο αντίτυπα) αλλά µπορεί να διεκδικήσει και τον τίτλο του µακροβιότερου «νεανικού» δίσκου, µε ένα κοινό που ακόµα και τώρα που µιλάµε, τον κάνει θέµα στα blog του, κατεβάζει τραγούδια, συζητάει τους στίχους, τον διασκευάζει και τον κάνει «σηµαία» στα λάιβ του.
Για τον δηµιουργό του, Θάνο Μικρούτσικο, «η διαχρονικότητα των στίχων του Νίκου Καββαδία οφείλεται στην εσωτερική διάσταση της ποίησής του που ουσιαστικά µιλάει για την περιπέτεια του ονείρου. Το χει ανάγκη ο νέος άνθρωπος να το ακούσει, ότι αξίζει να ζει για να ξεπεράσει τις δυνατότητές του. Να πάει πιο µπροστά τα όριά του».
Ταξίδι εξωτικό _ και µάλιστα ώς το Τζιµπουτί _ είναι η αφορµή, απλά (κατά τον συνθέτη Θάνο Μικρούτσικο) ένα παιχνίδι των λέξεων που ο Καββαδίας χρησιµοποιεί για να σου µεταφέρει ευρύτερες έννοιες.
Οµως τραγούδι δεν είναι στίχος, µόνο. Το θέµα είναι, όταν τον συναντήσει η µουσική, να φτάσει σε µας µε όλο του τον δυναµισµό και τα επίπεδα που διαθέτει και πιθανόν µε µερικά (επίπεδα) επιπλέον.
Κι εκεί είναι που βγάζει κανείς το καπέλο του στον (νέο) τότε συνθέτη, γιατί όταν ακούς τον Γιάννη Κούτρα να σου µιλάει για το Κούρο Σίβο και τη µαλάρια ή την Αιµιλία Σαρρή µε τη δωρική φωνή της να σου λέει «Σ ένα µαγαζί του Νοssi Βi / πήρες το µαχαίρι δυο σελίνια» αισθάνεσαι τον θαλασσινό αέρα του λιµανιού να περνάει στα ρουθούνια σου και τις σκούρες φάτσες των ναυτικών να συνωστίζονται σε σοκάκια σκοτεινά. Μουσική που για εκείνη την εποχή (1979) δεν ήταν αυτονόητη.
«Ηταν παραγγελία του φίλου µου Τάσου Ψαρρά που ετοίµαζε ένα σίριαλ µε ναυτικό θέµα, το Πορεία µηδέν ενενήντα. Από µαθητής την αγαπούσα την ποίηση του Νίκου Καββαδία, κι είχα µελοποιήσει κάποιους στίχους του, αλλά ήταν πρωτόλεια, δεν άξιζε να τους χρησιµοποιήσω.
Με αφορµή το σίριαλ συνέχισα να ασχολούµαι µε τον Καββαδία κι όταν αισθάνθηκα έτοιµος πήγα στον Πατσιφά που όµως δεν πίστεψε στον δίσκο. Θα σου τον κάνω δώρο, µου είπε. δυο χιλιάδες αντίτυπα» _ την εποχή που οι δίσκοι πουλούσαν από 50.000
και πάνω..
Και δεν είναι µόνον ο Πατσιφάς που δεν πίστεψε στον Σταυρό, άλλα και άξιοι δηµοσιογράφοι της εποχής «που µάλιστα µε συµπαθούσαν γιατί µε θωρούσαν ταλαντούχο. Εγραψαν τότε στις εφηµερίδες κρίµα ένας νέος σηµαντικός συνθέτης που έχει φέρει καινούργια πράγµατα, δεν είναι δυνατόν να έχει κάνει ένα τόσο πληκτικό, τόσο µονότονο, τόσο απαράδεκτο δίσκο. Ή κάποιος άλλος έλεγε, θα έπρεπε να βάλει µέσα και λεξικό, να καταλαβαίνουµε τι λέει το πόνηµά του. Το 1979 που κυκλοφόρησε δεν µπορώ να θυµηθώ καλή κριτική, τουλάχιστον από τα σοβαρά περιοδικά και εφηµερίδες».
Δεν ήταν αδικαιολόγητες οι επιφυλάξεις του Αλέκου Πατσιφά. Στα τέλη του 70 κυριαρχούσε το πολιτικό τραγούδι (Μεταπολίτευση γαρ) και µάλλον έµοιαζε πολύ φευγάτο το πνεύµα του Καββαδία. «Και νέες οι µελωδίες και οι ερµηνείες, απαλλαγµένες από το επικό ύφος που επικρατούσε εκείνη την εποχή».
Μονότονος και πληκτικός. Ο δίσκος που έφερε τον Καββαδία στα χείλη εκατοµµυρίων ακροατών, που έδωσε ταυτότητα σε µια νέα γενιά ερµηνευτών, που καθιέρωσε τον Μικρούτσικο σε ένα ευρύτερο κοινό που διψούσε για µια νέα εποχή στο τραγούδι.
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
ΑπάντησηΔιαγραφήΜουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Πρώτη εκτέλεση: Αιμιλία Σαρρή
Άλλες ερμηνείες:
Γιώργος Νταλάρας
Έβραζε το κύμα του γαρμπή
είμαστε σκυφτοί κι οι δυο στο χάρτη
γύρισες και μου 'πες πως το Μάρτη
σ' άλλους παραλλήλους θα 'χεις μπει
Κούλικο στο στήθος σου τατού
που όσο κι αν το καις δε λέει να σβήσει
είπαν πως την είχες αγαπήσει
σε μια κρίση μαύρου πυρετού
Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό
Το ʼλφα του Κενταύρου μια νυχτιά
με το παλλινώριο πήρα κάτου
μου 'πες με φωνή ετοιμοθανάτου
να φοβάσαι τ' άστρα του Νοτιά
ʼλλοτε απ' τον ίδιον ουρανό
έπαιρνες τρεις μήνες στην αράδα
με του καπετάνιου τη μιγάδα
μάθημα πορείας νυχτερινό
Σ' ένα μαγαζί του Nossi Be
πήρες το μαχαίρι δυο σελίνια
μέρα μεσημέρι απά στη λίνια
ξάστραψες σαν φάρου αναλαμπή
Κάτω στις ακτές της Αφρικής
πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι
τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι
και το ωραίο γλυκό της Κυριακής
Δισκογραφία
Ο Σταυρός του Νότου - 1979
Γραμμές των Οριζόντων - 1992
από άρθρο στα "ΝΕΑ"(Μάιος 2010)..
ΑπάντησηΔιαγραφήΣτίχοι εµβληµατικοί, άρωµα θάλασσας κι ένα µουσικό - ποιητικό έργο υπό διαρκή ανάπλαση είναι το µνηµειώδες έργο των Καββαδία - Μικρούτσικου
Ο «Σταυρός του Νότου» (Νίκος Καββαδίας και Θάνος Μικρούτσικος) είναι ένας από τους είκοσι ελληνικούς δίσκους που δεν θα έπρεπε να λείπει από την ελληνική δισκοθήκη. Την πρώτη του εκδοχή, µε τις φωνές των νεαρών τότε Γιάννη Κούτρα, Αιµιλίας Σαρρή και Βασίλη Παπαπακωνσταντίνου, και εξώφυλλο του Αλέκου Φασιανού, προσφέρουν αύριο «ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο».
Ενα πραγµατικό διαµάντι στο είδος του, δεν είναι µόνο _ µαζί µε τις επόµενες δυο εκδοχές του _ από τους πιο εµπορικούς δίσκους των τελευταίων 30 ετών (πάνω από ένα εκατοµµύριο αντίτυπα) αλλά µπορεί να διεκδικήσει και τον τίτλο του µακροβιότερου «νεανικού» δίσκου, µε ένα κοινό που ακόµα και τώρα που µιλάµε, τον κάνει θέµα στα blog του, κατεβάζει τραγούδια, συζητάει τους στίχους, τον διασκευάζει και τον κάνει «σηµαία» στα λάιβ του.
Για τον δηµιουργό του, Θάνο Μικρούτσικο, «η διαχρονικότητα των στίχων του Νίκου Καββαδία οφείλεται στην εσωτερική διάσταση της ποίησής του που ουσιαστικά µιλάει για την περιπέτεια του ονείρου. Το χει ανάγκη ο νέος άνθρωπος να το ακούσει, ότι αξίζει να ζει για να ξεπεράσει τις δυνατότητές του. Να πάει πιο µπροστά τα όριά του».
Ταξίδι εξωτικό _ και µάλιστα ώς το Τζιµπουτί _ είναι η αφορµή, απλά (κατά τον συνθέτη Θάνο Μικρούτσικο) ένα παιχνίδι των λέξεων που ο Καββαδίας χρησιµοποιεί για να σου µεταφέρει ευρύτερες έννοιες.
Οµως τραγούδι δεν είναι στίχος, µόνο. Το θέµα είναι, όταν τον συναντήσει η µουσική, να φτάσει σε µας µε όλο του τον δυναµισµό και τα επίπεδα που διαθέτει και πιθανόν µε µερικά (επίπεδα) επιπλέον.
Κι εκεί είναι που βγάζει κανείς το καπέλο του στον (νέο) τότε συνθέτη, γιατί όταν ακούς τον Γιάννη Κούτρα να σου µιλάει για το Κούρο Σίβο και τη µαλάρια ή την Αιµιλία Σαρρή µε τη δωρική φωνή της να σου λέει «Σ ένα µαγαζί του Νοssi Βi / πήρες το µαχαίρι δυο σελίνια» αισθάνεσαι τον θαλασσινό αέρα του λιµανιού να περνάει στα ρουθούνια σου και τις σκούρες φάτσες των ναυτικών να συνωστίζονται σε σοκάκια σκοτεινά. Μουσική που για εκείνη την εποχή (1979) δεν ήταν αυτονόητη.
«Ηταν παραγγελία του φίλου µου Τάσου Ψαρρά που ετοίµαζε ένα σίριαλ µε ναυτικό θέµα, το Πορεία µηδέν ενενήντα. Από µαθητής την αγαπούσα την ποίηση του Νίκου Καββαδία, κι είχα µελοποιήσει κάποιους στίχους του, αλλά ήταν πρωτόλεια, δεν άξιζε να τους χρησιµοποιήσω.
Με αφορµή το σίριαλ συνέχισα να ασχολούµαι µε τον Καββαδία κι όταν αισθάνθηκα έτοιµος πήγα στον Πατσιφά που όµως δεν πίστεψε στον δίσκο. Θα σου τον κάνω δώρο, µου είπε. δυο χιλιάδες αντίτυπα» _ την εποχή που οι δίσκοι πουλούσαν από 50.000
και πάνω..
Και δεν είναι µόνον ο Πατσιφάς που δεν πίστεψε στον Σταυρό, άλλα και άξιοι δηµοσιογράφοι της εποχής «που µάλιστα µε συµπαθούσαν γιατί µε θωρούσαν ταλαντούχο. Εγραψαν τότε στις εφηµερίδες κρίµα ένας νέος σηµαντικός συνθέτης που έχει φέρει καινούργια πράγµατα, δεν είναι δυνατόν να έχει κάνει ένα τόσο πληκτικό, τόσο µονότονο, τόσο απαράδεκτο δίσκο. Ή κάποιος άλλος έλεγε, θα έπρεπε να βάλει µέσα και λεξικό, να καταλαβαίνουµε τι λέει το πόνηµά του. Το 1979 που κυκλοφόρησε δεν µπορώ να θυµηθώ καλή κριτική, τουλάχιστον από τα σοβαρά περιοδικά και εφηµερίδες».
Δεν ήταν αδικαιολόγητες οι επιφυλάξεις του Αλέκου Πατσιφά. Στα τέλη του 70 κυριαρχούσε το πολιτικό τραγούδι (Μεταπολίτευση γαρ) και µάλλον έµοιαζε πολύ φευγάτο το πνεύµα του Καββαδία. «Και νέες οι µελωδίες και οι ερµηνείες, απαλλαγµένες από το επικό ύφος που επικρατούσε εκείνη την εποχή».
Μονότονος και πληκτικός. Ο δίσκος που έφερε τον Καββαδία στα χείλη εκατοµµυρίων ακροατών, που έδωσε ταυτότητα σε µια νέα γενιά ερµηνευτών, που καθιέρωσε τον Μικρούτσικο σε ένα ευρύτερο κοινό που διψούσε για µια νέα εποχή στο τραγούδι.